αὐτομόλησις

αὐτομόλ-ησις, εως, , = sq., Ph.1.272; rejected by Thom. Mag.p.128R.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτομόλησις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτομολήσει — αὐτομόλησις fem nom/voc/acc dual (attic epic) αὐτομολήσεϊ , αὐτομόλησις fem dat sg (epic) αὐτομόλησις fem dat sg (attic ionic) αὐτομολέω desert aor subj act 3rd sg (epic) αὐτομολέω desert fut ind mid 2nd sg αὐτομολέω desert fut ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτομολήσεις — αὐτομόλησις fem nom/voc pl (attic epic) αὐτομόλησις fem nom/acc pl (attic) αὐτομολέω desert aor subj act 2nd sg (epic) αὐτομολέω desert fut ind act 2nd sg αὐτομολέω desert futperf ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτομόλησιν — αὐτομόλησις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτομόληση — η (Μ αὐτομόλησις) η αυτομολία …   Dictionary of Greek

  • αὐτομολήσεως — αὐτομολήσεω̆ς , αὐτομόλησις fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτομολήσῃ — αὐτομολήσηι , αὐτομόλησις fem dat sg (epic) αὐτομολέω desert aor subj mid 2nd sg αὐτομολέω desert aor subj act 3rd sg αὐτομολέω desert fut ind mid 2nd sg αὐτομολέω desert futperf ind mp 2nd sg αὐτομολέω desert futperf ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.